Η παιδική απραξία ομιλίας δεν είναι πάντα εύκολο να αναγνωριστεί, ιδιαίτερα στα πρώτα στάδια. Σε αντίθεση με άλλες διαταραχές της ομιλίας, τα χαρακτηριστικά της δεν είναι πάντα σταθερά ή προβλέψιμα. Αντίθετα, η ομιλία του παιδιού μπορεί να παρουσιάζει σημαντική ασυνέπεια, γεγονός που συχνά προκαλεί σύγχυση στους γονείς.
Η επιστημονική βιβλιογραφία περιγράφει ορισμένα χαρακτηριστικά μοτίβα συμπεριφοράς που εμφανίζονται συχνά στην καθημερινότητα των παιδιών με απραξία.
Ασυνέπεια στην παραγωγή των λέξεων
Ένα από τα πιο χαρακτηριστικά γνωρίσματα είναι ότι το παιδί μπορεί να παράγει την ίδια λέξη με διαφορετικό τρόπο κάθε φορά. Για παράδειγμα, μια λέξη μπορεί να ειπωθεί σχετικά σωστά σε μία προσπάθεια, αλλά σε επόμενη να αλλοιωθεί σημαντικά ή να μην παραχθεί καθόλου.
Αυτή η ασυνέπεια αντανακλά τη δυσκολία στη δημιουργία και ανάσυρση σταθερών κινητικών σχεδίων για την ομιλία.
Δυσκολία στην εκκίνηση της ομιλίας
Πολλά παιδιά φαίνεται να «ψάχνουν» πώς να ξεκινήσουν μια λέξη. Μπορεί να παρατηρηθούν επαναλαμβανόμενες προσπάθειες έναρξης, παύσεις ή δισταγμοί πριν την παραγωγή ήχου.
Σε ορισμένες περιπτώσεις, το παιδί γνωρίζει τι θέλει να πει, αλλά δυσκολεύεται να ενεργοποιήσει την κατάλληλη κινητική ακολουθία για να ξεκινήσει την ομιλία.
Ορατή προσπάθεια κατά την ομιλία
Η ομιλία μπορεί να συνοδεύεται από εμφανή προσπάθεια. Το παιδί ενδέχεται να κάνει υπερβολικές ή αδέξιες κινήσεις με το στόμα, να αλλάζει θέση στα χείλη ή στη γλώσσα ή να φαίνεται ότι «παλεύει» για να παράγει έναν ήχο.
Η εικόνα αυτή διαφέρει από την τυπική ανάπτυξη, όπου η παραγωγή της ομιλίας είναι σταδιακά πιο αυτόματη και αβίαστη.
Μεγαλύτερη δυσκολία σε πιο σύνθετες λέξεις
Τα παιδιά με απραξία συχνά δυσκολεύονται περισσότερο όσο αυξάνεται το μήκος ή η πολυπλοκότητα μιας λέξης ή φράσης. Μονοσύλλαβες λέξεις μπορεί να παράγονται πιο εύκολα, ενώ πολυσύλλαβες λέξεις παρουσιάζουν περισσότερα λάθη.
Αυτό σχετίζεται με τις αυξημένες απαιτήσεις στον κινητικό σχεδιασμό και στον χρονισμό των διαδοχικών κινήσεων.
Δυσκολία στη μίμηση
Η μίμηση λέξεων ή ήχων μπορεί να είναι ιδιαίτερα απαιτητική. Ακόμη και όταν το παιδί ακούει σωστά μια λέξη, μπορεί να μην καταφέρει να την επαναλάβει με ακρίβεια.
Αυτό αποτελεί σημαντική διαφοροποίηση από άλλες περιπτώσεις καθυστέρησης λόγου, όπου η μίμηση συχνά είναι πιο διατηρημένη.
Διαταραχές στον ρυθμό και την προσωδία
Η ομιλία μπορεί να ακούγεται «ασυνήθιστη» ως προς τον ρυθμό, την έμφαση ή τον επιτονισμό. Για παράδειγμα, το παιδί μπορεί να δίνει έμφαση σε λάθος συλλαβές ή να παρουσιάζει διακοπτόμενο ρυθμό στην ομιλία.
Τα χαρακτηριστικά αυτά σχετίζονται με δυσκολίες στον χρονισμό των κινήσεων της ομιλίας.
Καλύτερη κατανόηση από ό,τι έκφραση
Ένα στοιχείο που συχνά παρατηρείται είναι ότι τα παιδιά κατανοούν πολύ περισσότερα από όσα μπορούν να εκφράσουν. Μπορεί να ανταποκρίνονται σωστά σε οδηγίες ή να δείχνουν κατανόηση, αλλά να δυσκολεύονται σημαντικά να εκφραστούν προφορικά.
Η διαφορά αυτή μπορεί να προκαλεί απογοήτευση στο παιδί, καθώς δεν μπορεί να επικοινωνήσει αποτελεσματικά αυτά που γνωρίζει.
Συναισθηματικές αντιδράσεις
Η δυσκολία στην ομιλία μπορεί να συνοδεύεται από συναισθηματικές αντιδράσεις, όπως απογοήτευση, θυμός ή αποφυγή της ομιλίας. Ορισμένα παιδιά μπορεί να επιλέγουν να επικοινωνούν λιγότερο ή να χρησιμοποιούν χειρονομίες αντί για λόγο.
Αυτές οι αντιδράσεις δεν αποτελούν μέρος της διαταραχής καθαυτής, αλλά φυσική συνέπεια της δυσκολίας στην επικοινωνία.
Η παιδική απραξία ομιλίας δεν εκδηλώνεται με έναν μόνο τρόπο, αλλά μέσα από ένα σύνολο χαρακτηριστικών που σχετίζονται με τη δυσκολία στον κινητικό σχεδιασμό της ομιλίας. Η ασυνέπεια, η προσπάθεια κατά την παραγωγή και η δυσκολία σε πιο σύνθετες λεκτικές δομές αποτελούν βασικά στοιχεία που παρατηρούνται στην καθημερινότητα.
Η αναγνώριση αυτών των χαρακτηριστικών μπορεί να βοηθήσει τους γονείς να κατανοήσουν καλύτερα τη φύση της δυσκολίας και να αναζητήσουν έγκαιρα εξειδικευμένη αξιολόγηση.