Το παιδί μου δεν καταλαβαίνει τις εκφωνήσεις των ασκήσεων. Γιατί;

Το παιδί μου δεν καταλαβαίνει τις εκφωνήσεις των ασκήσεων
«Τα ξέρει όταν του τα εξηγώ, αλλά μόλις διαβάσει την άσκηση μόνο του, δεν καταλαβαίνει τι πρέπει να κάνει!»

Αν έχετε πιάσει τον εαυτό σας να λέει κάτι αντίστοιχο, δεν είστε οι μόνοι. Πολλοί γονείς παρατηρούν ότι το παιδί τους μπορεί να γνωρίζει έναν κανόνα, να έχει διαβάσει την ύλη ή να λύνει μια άσκηση όταν κάποιος του εξηγεί τα βήματα, αλλά δυσκολεύεται όταν πρέπει να καταλάβει μόνο του τι ζητά η εκφώνηση.

Το αποτέλεσμα είναι συχνά απογοητευτικό. Το παιδί διαβάζει την ερώτηση ξανά και ξανά, ξεκινά μια λάθος διαδικασία, απαντά μόνο σε ένα μέρος της άσκησης ή περιμένει από τον γονιό να του εξηγήσει τι πρέπει να κάνει.

Γιατί, όμως, δυσκολεύεται να καταλάβει μια εκφώνηση ενώ μπορεί να γνωρίζει το μάθημα;

Η απάντηση δεν είναι πάντα ότι δεν έχει διαβάσει αρκετά ή ότι δεν προσέχει. Η κατανόηση μιας σχολικής άσκησης είναι μια σύνθετη διαδικασία που απαιτεί γλωσσικές δεξιότητες, συγκέντρωση, επεξεργασία πληροφοριών και οργάνωση της σκέψης.

Τι σημαίνει πραγματικά «δεν καταλαβαίνει την εκφώνηση»;

Όταν ένα παιδί δυσκολεύεται με τις εκφωνήσεις, δεν σημαίνει απαραίτητα ότι δεν καταλαβαίνει τις λέξεις που διαβάζει. Μπορεί να διαβάζει σωστά την πρόταση, αλλά να μην αντιλαμβάνεται ποια είναι η ζητούμενη ενέργεια ή πώς συνδέονται μεταξύ τους οι πληροφορίες.

Για παράδειγμα, μπορεί να:

  • διαβάζει ολόκληρη την εκφώνηση, αλλά να μην εντοπίζει τι ακριβώς πρέπει να απαντήσει,
  • επιλέγει μια πληροφορία από το κείμενο χωρίς να καταλαβαίνει πώς συνδέεται με το ερώτημα,
  • μπερδεύεται όταν η άσκηση περιλαμβάνει περισσότερα από ένα ζητούμενα,
  • ξεκινά να λύνει το πρόβλημα πριν κατανοήσει όλα τα δεδομένα,
  • απαντά με βάση όσα θυμάται από το μάθημα αντί να απαντά σε αυτό που πραγματικά ρωτά η άσκηση.

Αυτό μπορεί να συμβεί σε διαφορετικά μαθήματα και ηλικίες, από τα προβλήματα των Μαθηματικών στις πρώτες τάξεις του Δημοτικού μέχρι τις σύνθετες ερωτήσεις της Ιστορίας, της Φυσικής ή των φιλολογικών μαθημάτων στο Γυμνάσιο και στο Λύκειο.

Γιατί το παιδί δυσκολεύεται να καταλάβει τις εκφωνήσεις;

  1. Δυσκολεύεται στην κατανόηση του γραπτού λόγου

Για να καταλάβει μια εκφώνηση, το παιδί δεν αρκεί να αναγνωρίζει τις λέξεις. Χρειάζεται να συνδέει το νόημά τους, να κατανοεί τη δομή της πρότασης και να αντιλαμβάνεται τη σχέση ανάμεσα στις πληροφορίες.

Αν δυσκολεύεται στην κατανόηση γραπτού λόγου, μπορεί να διαβάζει την εκφώνηση χωρίς να σχηματίζει μια σαφή εικόνα του τι περιγράφει.

Η δυσκολία γίνεται εντονότερη όταν η πρόταση είναι μεγάλη, περιλαμβάνει άγνωστο λεξιλόγιο ή διατυπώνει το ζητούμενο με τρόπο διαφορετικό από αυτόν που έχει συνηθίσει το παιδί.

  1. Δεν κατανοεί τι σημαίνουν οι λέξεις της εκφώνησης

Ορισμένες σχολικές λέξεις και οδηγίες φαίνονται αυτονόητες στους ενήλικες, αλλά μπορεί να δυσκολεύουν σημαντικά ένα παιδί.

Υπάρχει διαφορά ανάμεσα στο:

  • «Να αναφέρεις»: να παρουσιάσεις τις σχετικές πληροφορίες.
  • «Να εξηγήσεις»: να δείξεις γιατί ή πώς συμβαίνει κάτι.
  • «Να συγκρίνεις»: να εντοπίσεις ομοιότητες και διαφορές.
  • «Να αιτιολογήσεις»: να υποστηρίξεις την απάντησή σου με λόγους ή στοιχεία.
  • «Να συμπεράνεις»: να οδηγηθείς σε ένα αποτέλεσμα με βάση τις πληροφορίες που έχεις.

Ένα παιδί μπορεί να γνωρίζει την ύλη, αλλά να μην έχει κατανοήσει τι είδους απάντηση απαιτεί η συγκεκριμένη οδηγία.

Γι’ αυτό η εξάσκηση στην κατανόηση των λέξεων που χρησιμοποιούνται στις σχολικές εκφωνήσεις μπορεί να είναι ιδιαίτερα χρήσιμη.

  1. Δυσκολεύεται στη μνήμη εργασίας

Η μνήμη εργασίας μάς βοηθά να κρατάμε προσωρινά πληροφορίες στο μυαλό μας ενώ τις επεξεργαζόμαστε.

Όταν μια άσκηση περιλαμβάνει πολλά δεδομένα, το παιδί πρέπει να θυμάται τι διάβασε, να συνδέει τις πληροφορίες και να αποφασίζει ποια βήματα χρειάζεται να ακολουθήσει.

Αν δυσκολεύεται σε αυτή τη διαδικασία, μπορεί να ξεχνά το πρώτο μέρος της εκφώνησης μέχρι να φτάσει στο τέλος ή να χάνει τη σύνδεση ανάμεσα στα δεδομένα και στο ζητούμενο.

Αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε παιδί που δυσκολεύεται στις εκφωνήσεις έχει πρόβλημα μνήμης. Είναι ένας από τους πιθανούς παράγοντες που χρειάζεται να εξεταστούν συνολικά.

  1. Διαβάζει βιαστικά και εστιάζει στις λέξεις-κλειδιά

Μερικά παιδιά έχουν μάθει να αναζητούν γρήγορα αριθμούς ή συγκεκριμένες λέξεις, ώστε να ξεκινούν αμέσως τη λύση.

Στα Μαθηματικά, για παράδειγμα, μπορεί να βλέπουν τη λέξη «συνολικά» και να κάνουν πρόσθεση χωρίς να εξετάζουν το πραγματικό πρόβλημα.

Άλλα παιδιά ξεκινούν να γράφουν την απάντηση μόλις αναγνωρίσουν ένα θέμα που τους θυμίζει κάτι γνωστό.

Το πρόβλημα είναι ότι οι λέξεις-κλειδιά δεν αρκούν για να επιλέξουμε τη σωστή απάντηση ή πράξη. Χρειάζεται να κατανοήσουμε τη σχέση ανάμεσα στις πληροφορίες και το ερώτημα.

  1. Υπάρχουν μαθησιακές δυσκολίες που επηρεάζουν τη διαδικασία

Σε ορισμένα παιδιά, οι δυσκολίες στην κατανόηση των εκφωνήσεων συνδέονται με ευρύτερες μαθησιακές ανάγκες.

Για παράδειγμα, ένα παιδί με δυσκολίες στην ανάγνωση μπορεί να καταβάλλει τόσο μεγάλη προσπάθεια για να διαβάσει το κείμενο, ώστε να δυσκολεύεται στη συνέχεια να επεξεργαστεί το νόημά του.

Ένα παιδί με γλωσσικές δυσκολίες μπορεί να δυσκολεύεται να κατανοήσει σύνθετες προτάσεις ή αφηρημένες έννοιες. Άλλα παιδιά μπορεί να αντιμετωπίζουν δυσκολίες στην προσοχή, στην οργάνωση ή στη διαχείριση πολλών πληροφοριών ταυτόχρονα.

Ωστόσο, η δυσκολία στις εκφωνήσεις από μόνη της δεν αρκεί για να δείξει ότι ένα παιδί έχει δυσλεξία, ΔΕΠ-Υ ή κάποια άλλη διαταραχή. Χρειάζεται να εξεταστούν η συνολική μαθησιακή εικόνα και οι δεξιότητες του παιδιού.

Γιατί το πρόβλημα φαίνεται περισσότερο στα Μαθηματικά;

Ένα παιδί μπορεί να γνωρίζει τις πράξεις και να έχει κατακτήσει τους βασικούς υπολογισμούς, αλλά να δυσκολεύεται όταν καλείται να λύσει ένα πρόβλημα με κείμενο.

Αυτό συμβαίνει επειδή η επίλυση ενός μαθηματικού προβλήματος δεν απαιτεί μόνο αριθμητικές δεξιότητες. Απαιτεί επίσης κατανόηση της γλώσσας, εντοπισμό των δεδομένων, αναγνώριση του ζητούμενου και επιλογή της κατάλληλης στρατηγικής.

Ας δούμε ένα παράδειγμα:

Η άσκηση λέει:

«Η Μαρία έχει 24 αυτοκόλλητα. Έχει 6 περισσότερα από τον Νίκο. Πόσα αυτοκόλλητα έχει ο Νίκος;»

Ένα παιδί μπορεί να δει τους αριθμούς 24 και 6 και να κάνει πρόσθεση, επειδή έχει συνδέσει την έννοια του «περισσότερα» με την πρόσθεση.

Για να λύσει σωστά την άσκηση, όμως, χρειάζεται να καταλάβει τη σχέση ανάμεσα στα δύο παιδιά: η Μαρία έχει περισσότερα, άρα ο Νίκος έχει λιγότερα.

Επομένως, η δυσκολία δεν βρίσκεται απαραίτητα στην πράξη. Μπορεί να βρίσκεται στην κατανόηση της σχέσης που περιγράφει το κείμενο.

Πώς μπορεί να επηρεάσει το παιδί στο Γυμνάσιο και στο Λύκειο;

Καθώς το παιδί μεγαλώνει, οι σχολικές εκφωνήσεις γίνονται συχνά πιο σύνθετες και απαιτούν μεγαλύτερη ακρίβεια στη σκέψη και στη διατύπωση.

Στα φιλολογικά μαθήματα μπορεί να χρειάζεται να ερμηνεύσει ένα κείμενο, να αιτιολογήσει μια άποψη ή να συγκρίνει δύο στοιχεία. Στη Φυσική και στη Χημεία πρέπει να κατανοήσει δεδομένα και να επιλέξει την κατάλληλη διαδικασία επίλυσης.

Στην Ιστορία μπορεί να γνωρίζει τα γεγονότα, αλλά να δυσκολεύεται να οργανώσει μια απάντηση που απαιτεί αίτια, συνέπειες και τεκμηρίωση.

Όταν η δυσκολία δεν αναγνωρίζεται, ο μαθητής μπορεί να διαβάζει περισσότερο χωρίς να βλέπει την αντίστοιχη βελτίωση στην επίδοσή του. Σταδιακά, είναι πιθανό να απογοητεύεται ή να πιστεύει ότι δεν είναι καλός μαθητής.

Γι’ αυτό είναι σημαντικό να μην αντιμετωπίζουμε κάθε λανθασμένη απάντηση ως ένδειξη ότι ο μαθητής δεν έχει μελετήσει αρκετά.

Τι μπορούν να κάνουν οι γονείς για να βοηθήσουν;

Ο στόχος δεν είναι να εξηγούμε εμείς κάθε εκφώνηση, αλλά να βοηθήσουμε το παιδί να αποκτήσει μια διαδικασία που θα μπορεί σταδιακά να εφαρμόζει μόνο του.

Βήμα 1: Διαβάζουμε και σταματάμε

Ζητήστε από το παιδί να διαβάσει ολόκληρη την εκφώνηση πριν ξεκινήσει να λύνει την άσκηση.

Αν είναι μεγάλη, μπορεί να τη χωρίσει σε μικρότερα μέρη, χωρίς να χάνει τη συνολική της σημασία.

Βήμα 2: Ρωτάμε «Τι ζητάει;»

Πριν από οποιαδήποτε λύση, ζητήστε του να εξηγήσει με δικά του λόγια τι πρέπει να βρει ή να απαντήσει.

Αν δεν μπορεί να το εξηγήσει, επιστρέψτε στην εκφώνηση και εντοπίστε μαζί ποιο σημείο δεν έχει κατανοήσει.

Βήμα 3: Ξεχωρίζουμε τα δεδομένα από το ζητούμενο

Στα προβλήματα, μπορεί να βοηθήσει ένας απλός πίνακας:

  • Τι γνωρίζω;
  • Τι πρέπει να βρω;
  • Ποιες πληροφορίες συνδέονται μεταξύ τους;

Σε μια ερώτηση Ιστορίας ή Γλώσσας, αντίστοιχα, το παιδί μπορεί να υπογραμμίζει την οδηγία και να εντοπίζει στο κείμενο τα στοιχεία που θα χρειαστεί για την απάντηση.

Βήμα 4: Ελέγχουμε αν απαντήσαμε σε αυτό που ζητήθηκε

Αφού ολοκληρώσει την άσκηση, ζητήστε του να διαβάσει ξανά την εκφώνηση και να ελέγξει αν η απάντησή του καλύπτει όλα τα ζητούμενα.

Αυτή η τελευταία κίνηση είναι σημαντική, ιδιαίτερα όταν η άσκηση περιλαμβάνει περισσότερα από ένα ερωτήματα.

Προσοχή: Αν το παιδί δυσκολεύεται συστηματικά, μην επαναλαμβάνετε απλώς την ίδια οδηγία πιο δυνατά ή πιο πολλές φορές. Προσπαθήστε να εντοπίσετε σε ποιο σημείο χάνει το νόημα και προσαρμόστε ανάλογα τη βοήθεια.

Πότε χρειάζεται αξιολόγηση από ειδικό παιδαγωγό;

Αν το παιδί δυσκολεύεται περιστασιακά με μια απαιτητική άσκηση, αυτό δεν αποτελεί από μόνο του λόγο ανησυχίας.

Αν όμως η δυσκολία επαναλαμβάνεται σε διαφορετικά μαθήματα, επηρεάζει τη σχολική επίδοση ή δημιουργεί ένταση κατά τη μελέτη, αξίζει να διερευνηθεί περισσότερο.

Ενδείξεις που χρειάζονται προσοχή είναι όταν το παιδί:

  • χρειάζεται συχνά κάποιον δίπλα του για να του εξηγήσει τι ζητά η άσκηση,
  • απαντά σε διαφορετικό ερώτημα από αυτό που του τέθηκε,
  • δυσκολεύεται να κατανοήσει γραπτές οδηγίες πολλών βημάτων,
  • γνωρίζει προφορικά την απάντηση αλλά δυσκολεύεται να την οργανώσει γραπτώς,
  • κάνει επανειλημμένα λάθη στην επιλογή στρατηγικής επίλυσης,
  • αφιερώνει πολύ χρόνο στις ασκήσεις χωρίς ανάλογη πρόοδο.

Μια εξατομικευμένη μαθησιακή αξιολόγηση μπορεί να βοηθήσει να εντοπιστεί αν η δυσκολία αφορά κυρίως την ανάγνωση, τη γλωσσική κατανόηση, τη μνήμη εργασίας, τις στρατηγικές επίλυσης ή κάποιον συνδυασμό παραγόντων.

Με βάση τα ευρήματα, μπορεί να σχεδιαστεί η κατάλληλη εκπαιδευτική υποστήριξη.

Το παιδί δεν χρειάζεται απλώς να μάθει περισσότερα. Χρειάζεται να μάθει πώς να σκέφτεται πάνω στην άσκηση.

Όταν ένα παιδί δεν καταλαβαίνει τις εκφωνήσεις, η λύση δεν είναι πάντα περισσότερες ώρες διαβάσματος ή περισσότερες επαναλήψεις της ίδιας άσκησης.

Χρειάζεται να μάθει πώς να επεξεργάζεται την πληροφορία, να εντοπίζει το ζητούμενο, να οργανώνει τα δεδομένα και να επιλέγει τα κατάλληλα βήματα για να φτάσει στην απάντηση.

Αυτές είναι δεξιότητες που μπορούν να υποστηρίξουν τη μάθηση σε πολλά διαφορετικά μαθήματα και να βοηθήσουν το παιδί να αποκτήσει μεγαλύτερη αυτονομία.

Πώς μπορεί να βοηθήσει το Storyline;

Στο Storyline – Κέντρο Λογοθεραπείας και Ειδικής Αγωγής στην Πυλαία Θεσσαλονίκης, η μαθησιακή υποστήριξη προσαρμόζεται στις ανάγκες και στο προφίλ κάθε παιδιού ή εφήβου.

Όταν υπάρχει δυσκολία στην κατανόηση των εκφωνήσεων, διερευνούμε τις δεξιότητες που εμπλέκονται στη διαδικασία της μάθησης και δουλεύουμε συστηματικά πάνω στην κατανόηση γραπτού λόγου, στην οργάνωση της σκέψης, στις στρατηγικές επίλυσης και στην ανάπτυξη μεγαλύτερης μαθησιακής αυτονομίας.

Η υποστήριξη παρέχεται δια ζώσης στην Πυλαία αλλά και εξ αποστάσεως, για παιδιά και εφήβους που χρειάζονται εξειδικευμένη μαθησιακή υποστήριξη από άλλες περιοχές της Ελλάδας, νησιά ή το εξωτερικό.

Γιατί πολλές φορές το σημαντικό δεν είναι μόνο να γνωρίζει το παιδί την απάντηση, αλλά να μπορεί να καταλάβει τι ακριβώς του ζητείται και πώς να φτάσει μόνο του στη λύση.

Αθηνά Προκοπούλου

Ειδική Παιδαγωγός/Φιλόλογος
Msc Κλινική Ψυχική Υγεία

Συμπληρώστε τη φόρμα και κλείστε ραντεβού για ένα ΔΩΡΕΑΝ ΡΑΝΤΕΒΟΥ

Έλατε να γνωριστούμε και να καταλάβουμε πως μπορούμε να σας βοηθήσουμε. 

Διαβάστε κι άλλα σχετικά άρθρα