Είναι μια φράση που ακούμε συχνά από γονείς. Το παιδί μπορεί να έχει διαβάσει για ώρες, να έχει απαντήσει σωστά στις ερωτήσεις όταν μελετούσε στο σπίτι και να φαίνεται ότι γνωρίζει την ύλη. Όταν όμως έρθει η ώρα του διαγωνίσματος, δυσκολεύεται να θυμηθεί όσα διάβασε, μπερδεύεται ή αφήνει ερωτήσεις αναπάντητες.
Τι μπορεί να συμβαίνει;
Το πρώτο σημαντικό είναι ότι το «δεν θυμάμαι στο διαγώνισμα» δεν σημαίνει απαραίτητα ότι το παιδί δεν διάβασε ή ότι δεν γνωρίζει την ύλη. Η επίδοση σε ένα διαγώνισμα εξαρτάται όχι μόνο από το αν το παιδί έχει μελετήσει, αλλά και από το πόσο καλά μπορεί να ανακαλέσει, να οργανώσει και να χρησιμοποιήσει τις πληροφορίες εκείνη τη στιγμή.
Ξέρει την ύλη ή την αναγνωρίζει μόνο όταν τη βλέπει;
Μία από τις σημαντικότερες διαφορές στη μελέτη είναι αυτή ανάμεσα στην αναγνώριση και την ανάκληση.
Όταν ο γονιός ρωτά το παιδί:
«Θυμάσαι τι είπαμε για το μάθημα;»
και στη συνέχεια του δίνει μια μικρή βοήθεια ή του δείχνει το βιβλίο, το παιδί μπορεί να θυμηθεί την απάντηση.
Στο διαγώνισμα, όμως, δεν υπάρχει αυτή η υποστήριξη. Το παιδί πρέπει να ανακαλέσει μόνο του την πληροφορία, να καταλάβει τι ακριβώς ζητά η ερώτηση και να οργανώσει την απάντησή του.
Γι’ αυτό το «το ξέρει όταν του το λες» δεν είναι ακριβώς το ίδιο με το «μπορεί να το ανακαλέσει και να το χρησιμοποιήσει μόνο του».
Μπορεί να δυσκολεύεται η μνήμη εργασίας
Η μνήμη εργασίας είναι η ικανότητα να κρατάμε προσωρινά πληροφορίες στο μυαλό μας και να τις επεξεργαζόμαστε ταυτόχρονα.
Για ένα παιδί, αυτό μπορεί να σημαίνει ότι πρέπει να:
- διαβάσει την ερώτηση,
- συγκρατήσει τι ζητά,
- θυμηθεί τις σχετικές πληροφορίες,
- επιλέξει τι χρειάζεται,
- οργανώσει την απάντηση
- και τελικά να τη γράψει.
Όταν υπάρχουν δυσκολίες στη μνήμη εργασίας, το παιδί μπορεί να φαίνεται ότι «ξεχνάει», ενώ στην πραγματικότητα δυσκολεύεται να διαχειριστεί πολλές πληροφορίες ταυτόχρονα.
Αυτό μπορεί να εμφανίζεται σε παιδιά με μαθησιακές δυσκολίες, αλλά δεν σημαίνει από μόνο του ότι υπάρχει κάποια συγκεκριμένη μαθησιακή ή αναπτυξιακή διαταραχή.
Μήπως το παιδί διαβάζει παθητικά;
Ένα παιδί μπορεί να περάσει πολλή ώρα πάνω από το βιβλίο χωρίς η μελέτη του να είναι πραγματικά αποτελεσματική.
Για παράδειγμα, μπορεί να:
διαβάζει ξανά και ξανά την ίδια σελίδα, να υπογραμμίζει σχεδόν τα πάντα ή να κοιτάζει τις σημειώσεις του χωρίς να προσπαθεί να ανακαλέσει μόνο του τις πληροφορίες.
Αυτό δημιουργεί την αίσθηση ότι «τα ξέρει», επειδή η πληροφορία βρίσκεται μπροστά του.
Πιο αποτελεσματική είναι η ενεργητική ανάκληση. Αφού διαβάσει ένα μέρος της ύλης, το παιδί μπορεί να κλείσει το βιβλίο και να προσπαθήσει να απαντήσει:
«Τι θυμάμαι;»
«Ποια είναι τα βασικά σημεία;»
«Αν με ρωτούσαν αυτό στο διαγώνισμα, τι θα απαντούσα;»
Με αυτόν τον τρόπο εξασκείται ακριβώς στη δεξιότητα που θα χρειαστεί την ώρα της εξέτασης.
Οι εκφωνήσεις μπορεί να δυσκολεύουν την ανάκληση
Μερικές φορές το παιδί δεν έχει ξεχάσει την απάντηση. Δεν έχει καταλάβει ακριβώς τι του ζητά η ερώτηση.
Αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό σε παιδιά που δυσκολεύονται στην κατανόηση γραπτού λόγου ή στις σύνθετες οδηγίες.
Μπορεί, για παράδειγμα, να γνωρίζει πολύ καλά το μάθημα αλλά να μην καταλαβαίνει τη διαφορά ανάμεσα σε:
«Να αναφέρεις…»
«Να εξηγήσεις…»
«Να συγκρίνεις…»
«Να αιτιολογήσεις…»
«Να εντοπίσεις και να τεκμηριώσεις…»
Έτσι, η δυσκολία που φαίνεται σαν «δεν θυμήθηκε την ύλη» μπορεί στην πραγματικότητα να βρίσκεται στην κατανόηση της εκφώνησης και στην επιλογή της κατάλληλης απάντησης.
Και τι γίνεται με το άγχος;
Το άγχος μπορεί επίσης να επηρεάσει σημαντικά την απόδοση.
Ένα παιδί που σκέφτεται:
«Πρέπει να γράψω καλά.»
«Κι αν τα ξεχάσω;»
«Κι αν κάνω λάθος;»
μπορεί να δυσκολεύεται περισσότερο να συγκεντρωθεί στην ίδια την ερώτηση.
Αυτό δημιουργεί μερικές φορές έναν φαύλο κύκλο: το παιδί αγχώνεται → δυσκολεύεται να ανακαλέσει → κάνει λάθη → θεωρεί ότι «δεν τα καταφέρνει» → αγχώνεται ακόμη περισσότερο στο επόμενο διαγώνισμα.
Γι’ αυτό είναι σημαντικό να μην αντιμετωπίζουμε κάθε χαμηλή επίδοση ως πρόβλημα διαβάσματος.
Γιατί μπορεί να συμβαίνει συχνά σε παιδιά με μαθησιακές δυσκολίες;
Στις μαθησιακές δυσκολίες μπορεί να συνυπάρχουν δυσκολίες σε διαφορετικές περιοχές που επηρεάζουν την απόδοση ενός παιδιού σε ένα διαγώνισμα.
Ανάλογα με το παιδί, μπορεί να υπάρχει δυσκολία στην ανάγνωση και κατανόηση, στη γραπτή έκφραση, στην ορθογραφία, στη μνήμη εργασίας, στην οργάνωση ή στη διαχείριση του χρόνου.
Για παράδειγμα, ένα παιδί μπορεί να έχει κατανοήσει ένα κεφάλαιο αλλά να χρειάζεται πολύ περισσότερο χρόνο για να διαβάσει τις ερωτήσεις και να οργανώσει τις απαντήσεις του.
Ένα άλλο παιδί μπορεί να γνωρίζει την απάντηση αλλά να δυσκολεύεται να τη μεταφέρει με σαφήνεια στο χαρτί.
Επομένως, το ζητούμενο δεν είναι απλώς να πούμε στο παιδί «διάβασε περισσότερο». Χρειάζεται να καταλάβουμε πού ακριβώς βρίσκεται η δυσκολία.
Τι μπορούν να κάνουν οι γονείς στο σπίτι;
Η μελέτη μπορεί να γίνει πιο αποτελεσματική όταν το παιδί δεν περιορίζεται στην επανάληψη της ύλης.
Μετά από κάθε ενότητα, μπορεί να δοκιμάζει να κλείνει το βιβλίο και να εξηγεί με δικά του λόγια τι θυμάται. Μπορεί επίσης να δημιουργεί μικρές ερωτήσεις και να προσπαθεί να τις απαντήσει χωρίς να κοιτάζει τις σημειώσεις του.
Χρήσιμη είναι και η εξάσκηση με μικρές προσομοιώσεις διαγωνίσματος. Όχι μόνο για να εξεταστεί το παιδί, αλλά για να μάθει σταδιακά να διαχειρίζεται την ανάκληση της γνώσης χωρίς τη βοήθεια του γονέα.
Επίσης, καλό είναι οι γονείς να αποφεύγουν να δίνουν αμέσως την απάντηση όταν το παιδί κολλάει. Μερικές φορές μια μικρή ερώτηση όπως:
«Τι θυμάσαι από αυτό το κεφάλαιο;»
ή
«Ποια λέξη-κλειδί σου θυμίζει την απάντηση;»
είναι αρκετή για να ενεργοποιήσει την ανάκληση.
Πότε χρειάζεται να το διερευνήσουμε περισσότερο;
Αν το παιδί συστηματικά διαβάζει αλλά παρουσιάζει μεγάλη απόσταση ανάμεσα σε αυτά που δείχνει ότι γνωρίζει στο σπίτι και σε αυτά που καταφέρνει να αποδώσει στο σχολείο, αξίζει να παρατηρήσουμε συνολικά την εικόνα.
Ιδιαίτερη προσοχή χρειάζεται όταν μαζί με αυτό εμφανίζονται:
- έντονη δυσκολία στην κατανόηση εκφωνήσεων,
- πολύ αργή μελέτη,
- συχνά και επαναλαμβανόμενα λάθη,
- δυσκολία στην οργάνωση της μελέτης,
- δυσκολία να θυμηθεί οδηγίες πολλών βημάτων,
- μεγάλη διαφορά ανάμεσα στον προφορικό και τον γραπτό λόγο,
- έντονο άγχος πριν ή κατά τη διάρκεια των διαγωνισμάτων,
- αποφυγή του διαβάσματος ή των σχολικών υποχρεώσεων.
Σε αυτές τις περιπτώσεις, μια ολοκληρωμένη εκπαιδευτική αξιολόγηση μπορεί να βοηθήσει να εντοπιστεί τι ακριβώς δυσκολεύει το παιδί και ποιος τρόπος υποστήριξης είναι κατάλληλος.
Δεν χρειάζεται περισσότερο διάβασμα. Χρειάζεται διαφορετικός τρόπος μελέτης;
Όχι πάντα. Και αυτό είναι ίσως το σημαντικότερο μήνυμα για τους γονείς.
Όταν ένα παιδί διαβάζει πολλές ώρες αλλά εξακολουθεί να δυσκολεύεται να αποδώσει, η λύση δεν είναι απαραίτητα να προσθέσουμε άλλη μία ώρα μελέτης.
Μπορεί να χρειάζεται να μάθει πώς να μελετά, πώς να οργανώνει την πληροφορία, πώς να ελέγχει αν πραγματικά θυμάται κάτι και πώς να μεταφέρει αυτά που γνωρίζει σε μια ερώτηση ή σε ένα διαγώνισμα.
Η σωστή υποστήριξη δεν έχει στόχο απλώς να βοηθήσει το παιδί να γράψει καλύτερα στο επόμενο διαγώνισμα. Στόχος είναι σταδιακά να αποκτήσει στρατηγικές μάθησης που θα μπορεί να χρησιμοποιεί μόνο του.
Στο Storyline
Στο Storyline – Κέντρο Λογοθεραπείας και Ειδικής Αγωγής στην Πυλαία Θεσσαλονίκης, αξιολογούμε τις δυσκολίες που μπορεί να επηρεάζουν τη σχολική επίδοση ενός παιδιού και σχεδιάζουμε εξατομικευμένη μαθησιακή υποστήριξη, ανάλογα με τις ανάγκες του.
Η παρέμβαση μπορεί να αφορά την κατανόηση, τη μνήμη εργασίας, την οργάνωση της μελέτης, την ανάκληση πληροφοριών, τη γραπτή έκφραση και την ανάπτυξη αποτελεσματικών στρατηγικών μάθησης.
Η υποστήριξη παρέχεται τόσο δια ζώσης στην Πυλαία όσο και εξ αποστάσεως, ώστε παιδιά και έφηβοι από διαφορετικές περιοχές της Ελλάδας, νησιά ή περιοχές όπου δεν υπάρχει διαθέσιμη εξειδικευμένη υποστήριξη να μπορούν να έχουν πρόσβαση σε εξατομικευμένο πρόγραμμα.